Υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας

Γράφει η Ελένη Πατρόζου Παθολόγος – Λοιμωξιολόγος Διευθύντρια Γ' Παθολογικής – Λοιμωξιολογικής Κλινικής ΥΓΕΙΑ

Οι λοιμώξεις του ουροποιητικού στις γυναίκες χωρίζονται σε δύο βασικές κατηγορίες: λοιμώξεις του ανώτερου ουροποιητικού (πυελονεφρίτιδα) που εκδηλώνονται κατά κανόνα με εμπύρετο, ρίγος και άλγος στη οσφύ και λοιμώξεις του κατώτερου ουροποιητικού (κυστίτιδα, ουρηθρίτιδα) που προκαλούν δυσουρικά ενοχλήματα (καύσο, τσούξιμο ή άλγος κατά την ούρηση), επιτακτική ούρηση, συχνουρία και αιματουρία, χωρίς ωστόσο πυρετό.

Ο όρος μη επιπλεγμένες υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις αφορά σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας με φυσιολογικό ουροποιητικό σύστημα και χωρίς υποκείμενα προβλήματα υγείας που παρουσιάζουν συχνές κυστίτιδες. Χρησιμοποιούμε τον όρο υποτροπιάζουσες όταν παρατηρούνται περισσότερα από 3 επεισόδια στους προηγούμενους 12 μήνες ή περισσότερα από 2 επεισόδια στο τελευταίο 6μηνο. Πρέπει να τονίσουμε ότι δεν πρόκειται για επιμονή ή ατελή θεραπεία μιας λοίμωξης αλλά για επαναλoίμωξη με διαφορετικό στέλεχος μικροβίου (κατά κανόνα διαφορετικά στελέχη κολοβακτηριδίου E. coli).

Ο όρος «υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις» δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται στην περίπτωση των ανδρών, καθώς έχουν διαφορετική ανατομία στο ουροποιογεννητικό σύστημα και εξ ορισμού κάθε ουρολοίμωξη θα πρέπει να θεωρείται επιπλεγμένη και να αποτελεί αντικείμενο διερεύνησης ως προς την αιτιολογία της. Επιπλέον, επιπλεγμένες υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις παρουσιάζονται σε ασθενείς με υποκείμενες ανατομικές ή λειτουργικές διαταραχές του ουροποιητικού.

Παράγοντες κινδύνου

Υπάρχουν οι παρακάτω παράγοντες κινδύνου υποτροπιάζουσων ουρολοιμώξεων, αλλά σε πολλές περιπτώσεις δεν μπορούμε να εντοπίσουμε συγκεκριμένο αίτιο.

  • Η συμπεριφορά και οι συνήθειες του ασθενούς (σεξουαλική συμπεριφορά, χρήση κολπικών διαφραγμάτων, σπερματοκτόνων κ.ά.).

  • Πιθανή γενετική προδιάθεση, καθώς έχει παρατηρηθεί ότι υπάρχει αυξημένη συχνότητα ουρολοιμώξεων εάν στο άμεσο περιβάλλον υπήρχε ένα μέλος που έπασχε από υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις.

  • Η ατροφία κολπικού επιθηλίου λόγω ανεπάρκειας οιστρογόνων σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες.

  • Μηχανικοί και λειτουργικοί παράγοντες που σχετίζονται με την κένωση της ουροδόχου κύστεως (ακράτεια ούρων, παρουσία κυστεοκήλης, υπόλειμμα ούρων μετά την ούρηση κ.ά.).

Θεραπεία

Η θεραπεία της κυστίτιδας σε ασθενείς που εμφανίζουν υποτροπές γίνεται με αντιμικροβιακή αγωγή βάσει αντιβιογράμματος. Τα συμπτώματα υποχωρούν κατά κανόνα άμεσα μετά τη λήψη αντιμικροβιακών. Είναι σημαντικό γι’ αυτή την απλή λοίμωξη, που σε ένα σημαντικό ποσοστό (46%) υποχωρεί αυτόματα και χωρίς ειδική θεραπεία, να χρησιμοποιήσουμε το αντιβιοτικό με το μικρότερο δυνατό φάσμα και να το χορηγήσουμε για τη μικρότερη δυνατή διάρκεια, ώστε να μη διαταράξουμε τη μικροβιακή χλωρίδα. Θεραπεία εκλογής, εφόσον το αντιβιόγραμμα αναδείξει ευαισθησία, είναι η χορήγηση νιτροφουραντοϊνης για 5-7 ημέρες. Εναλλακτικά, προτιμάται η χορήγηση φωσφομυκίνης άπαξ.

Ειδικότερα, θα πρέπει να αποφεύγεται η χορήγηση αντιμικροβιακών ευρέως φάσματος όπως αμοξυκιλλίνη-κλαβουλανικό και κινολονών. Επίσης, θα πρέπει να αποφεύγεται η παράταση της διάρκειας αγωγής σε υποτροπιάζουσες λοιμώξεις, καθώς το φαινόμενο δεν αποδίδεται σε επιμονή της λοίμωξης αλλά σε επαναμόλυνση. Η χρήση αντιμικροβιακών για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα θα επιφέρει διαταραχή της χλωρίδας, προετοιμάζοντας έτσι το επόμενο επεισόδιο με περισσότερο ανθεκτικό στέλεχος μικροβίου.

Πρόληψη υποτροπών

Θα πρέπει να φροντίζετε να πίνετε αρκετά υγρά (> 2 λίτρα ημερησίως) και να ουρείτε άμεσα όταν αισθάνεστε την επιθυμία. Θα πρέπει να αφιερώνετε χρόνο, ώστε να αδειάζει πλήρως η ουροδόχος κύστη κατά την ούρηση. Καλό είναι να αποφεύγεται η χρήση σαπουνιού και τοπικών αντισηπτικών στην περιγεννητική περιοχή, καθώς διαταράσσει περαιτέρω τη μικροβιακή χλωρίδα.

Για την πρόληψη των υποτροπών μπορεί επιπλέον να δοθεί προφυλακτικά αντιμικροβιακή αγωγή (χημειοπροφύλαξη), δηλαδή μικρή δόση αντιβιοτικού κάθε βράδυ για 3 ή 6 μήνες. Αν τα επεισόδια παρουσιάζονται κατά κανόνα μετά από σεξουαλική επαφή, μπορεί η χορήγηση χημειοπροφύλαξης να γίνεται λίγο πριν ή μετά την επαφή.

Διαβάστε ακόμη...