Θετικά νέα για ασθενείς με πολλαπλή σκλήρυνση

 
Η Sanofi και η θυγατρική της Genzyme παρουσίασαν σήμερα πρόσθετα δεδομένα από τη μελέτη Φάσης ΙΙΙ CARE-MS ll. Η συσσώρευση της αναπηρίας επιβραδύνθηκε σημαντικά στους ασθενείς με πολλαπλή σκλήρυνση (σκλήρυνση κατά πλάκας, MS) που έλαβαν alemtuzumab σε σύγκριση με τους ασθενείς που έλαβαν υψηλή δόση υποδόριας ιντερφερόνης βήτα-1α, όπως αξιολογήθηκε μέσω της Διευρυμένης Κλίμακας Κατάστασης Αναπηρίας (Expanded Disability Status Scale – EDSS), μία καθιερωμένη κλίμακα αξιολόγησης της εξέλιξης της σωματικής αναπηρίας.


Επιπλέον, παρατηρήθηκε σημαντική βελτίωση στην βαθμολόγηση της αναπηρίας σε σχέση με την αρχική τιμή σε ορισμένους ασθενείς που έλαβαν alemtuzumab, εύρημα που υποδεικνύει αναστροφή της αναπηρίας στους ασθενείς αυτούς. Στη μελέτη οι ασθενείς με προϋπάρχουσα αναπηρία που έλαβαν alemtuzumab είχαν πάνω από τις διπλάσιες πιθανότητες να παρουσιάσουν σταθερή μείωση της αναπηρίας σε σύγκριση με τους ασθενείς που έλαβαν υψηλή δόση υποδόριας ιντερφερόνης βήτα-1α. Η Genzyme αναπτύσσει το alemtuzumab για τη θεραπεία της MS σε συνεργασία με την Bayer HealthCare.

Η CARE-MS II είναι μια τυχαιοποιημένη κλινική μελέτη Φάσης ΙΙΙ, που συνέκρινε το ερευνητικό φάρμακο alemtuzumab με υψηλή δόση υποδόριας ιντερφερόνης βήτα-1α, σε ασθενείς με υποτροπιάζουσα-διαλείπουσα πολλαπλή σκλήρυνση (RRMS) οι οποίοι είχαν παρουσιάσει υποτροπή κατά την διάρκεια προηγούμενης θεραπείας. Η εταιρεία ανακοίνωσε το Νοέμβριο ότι τα αποτελέσματα από τα πρωτεύοντα καταληκτικά σημεία της μελέτης ήταν υψηλής στατιστικής σημαντικότητας.

Τα κύρια δεδομένα σχετικά με την αναπηρία που προέκυψαν από τη μελέτη CARE-MS II και παρουσιάσθηκαν σήμερα στο 64ο Ετήσιο Συνέδριο της Αμερικανικής Ακαδημίας Νευρολογίας (ΑΑΝ) ήταν τα εξής:

•Η μέση βαθμολογία στην κλίμακα EDSS για τους ασθενείς που έλαβαν alemtuzumab μειώθηκε κατά τη διάρκεια των δύο ετών της μελέτης, δείχνοντας βελτίωση της σωματικής αναπηρίας, ενώ η μέση βαθμολογία για τους ασθενείς που έλαβαν υψηλή δόση υποδόριας ιντερφερόνης βήτα-1α αυξήθηκε, δείχνοντας επιδείνωση της αναπηρίας (-0,17 έναντι 0,24, p < 0,0001).

• Στα δύο έτη, 29% των ασθενών που έλαβαν alemtuzumab παρουσίασαν εγκατεστημένη για έξι μήνες μείωση της αναπηρίας, που σημαίνει ότι το επίπεδο αναπηρίας τους βελτιώθηκε, σε σύγκριση με μόνο 13% των ασθενών που έλαβαν υψηλή δόση υποδόριας ιντερφερόνης βήτα-1α (p=0,0002).

• Στη διάρκεια των δύο ετών της μελέτης διαπιστώθηκε 42% μείωση του κινδύνου για εγκατεστημένη συσσώρευση (επιδείνωση) της αναπηρίας (SAD) όπως αξιολογήθηκε μέσω της κλίμακας EDSS στους ασθενείς που έλαβαν alemtuzumab, σε σύγκριση με τους ασθενείς που έλαβαν υψηλή δόση υποδόριας ιντερφερόνης βήτα-1α (p=0,0084), όπως είχε και στο παρελθόν παρουσιαστεί. Το αποτέλεσμα για το πρωτεύον αυτό καταληκτικό σημείο της μελέτης ήταν υψηλής στατιστικής σημαντικότητας.

Τα κύρια δεδομένα σχετικά με την υποτροπή που προέκυψαν από τη μελέτη και παρουσιάσθηκαν στο ΑΑΝ ήταν:
• Το 65% των ασθενών που έλαβαν alemtuzumab δεν παρουσίασαν καμία υποτροπή στη διάρκεια των δύο ετών της μελέτης, σε σύγκριση με το 47% των ασθενών που έλαβαν υψηλή δόση υποδόριας ιντερφερόνης βήτα-1α (49,4% μείωση του κινδύνου, p<0,0001).

• Στη διάρκεια των δύο ετών της μελέτης παρατηρήθηκε 49% μείωση του ποσοστού υποτροπής στους ασθενείς που έλαβαν alemtuzumab 12 mg, σε σύγκριση με τους ασθενείς στην ομάδα της ιντερφερόνης βήτα-1α (p<0,0001), ένα
υψηλά σημαντικό αποτέλεσμα για το πρωτεύον αυτό καταληκτικό σημείο, όπως είχε και στο παρελθόν παρουσιαστεί.

Στη μελέτη CARE-MS II, το alemtuzumab 12 mg χορηγήθηκε ενδοφλεβίως για οκτώ φορές συνολικά στη διάρκεια των δύο ετών της μελέτης. Ο πρώτος κύκλος θεραπείας του alemtuzumab χορηγήθηκε σε πέντε διαδοχικές ημέρες και ο δεύτερος κύκλος σε τρεις διαδοχικές ημέρες ύστερα από 12 μήνες. Η ιντερφερόνη βήτα-1α, 44 mcg χορηγήθηκε με υποδόρια ένεση τρεις φορές την εβδομάδα, κάθε εβδομάδα, καθ’ όλη τη διάρκεια των δύο ετών της μελέτης.

Πρόσθετα νέα δεδομένα από τη μελέτη CARE-MS II δείχνουν ότι το alemtuzumab, σε σύγκριση με την υψηλή δόση υποδόριας ιντερφερόνης βήτα-1α, οδήγησε σε σημαντική βελτίωση σε ένα πλήθος απεικονιστικών καταληκτικών σημείων, η οποία συμβαδίζει με τα αποτελέσματα που παρατηρήθηκαν στα κλινικά καταληκτικά σημεία. Στην πολλαπλή σκλήρυνση, χρησιμοποιούνται απεικονιστικές τεχνικές για την παρακολούθηση της ανάπτυξης βλαβών ή περιοχών φλεγμονής στο κεντρικό νευρικό σύστημα (ΚΝΣ). Παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική βελτίωση με το alemtuzumab έναντι της υψηλής δόσης υποδόριας ιντερφερόνης βήτα-1α, ως προς το ποσοστό των ασθενών που εμφάνισαν νέες ή αυξημένες σε μέγεθος T2-υπέρπυκνες βλάβες (46 έναντι 68, p<0,0001) και προσλαμβάνουσες γαδολίνιο βλάβες (19 έναντι 34, p<0,0001). Η μεταβολή στον όγκο των T2-υπέρπυκνων βλαβών από την έναρξη έως το δεύτερο έτος (δευτερεύον καταληκτικό σημείο της μελέτης) δεν διέφερε σημαντικά μεταξύ των ομάδων θεραπείας (p=0,14).

Ένα σημαντικό αποτέλεσμα της μελέτης ήταν ότι οι ασθενείς που έλαβαν alemtuzumab παρουσίασαν μικρότερη μεταβολή στο κλάσμα εγκεφαλικού παρεγχύματος (brain parenchymal fraction – BPF) – μία μέθοδο μέτρησης της εγκεφαλικής ατροφίας ή της απώλειας νευρώνων και των μεταξύ τους συνδέσεων – σε σύγκριση με τη διάμεση ποσοστιαία μεταβολή στους ασθενείς που έλαβαν ιντερφερόνη βήτα-1α (-0,62 έναντι -0,81 από την αρχική τιμή) (p=0,012).

Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίστηκαν με το alemtuzumab στη μελέτη CARE-MS II ήταν αντιδράσεις σχετιζόμενες με την έγχυση, οι οποίες ήταν γενικά ήπιες έως μέτριες. Οι λοιμώξεις ήταν συχνές και στις δύο ομάδες, με υψηλότερη επίπτωση στην ομάδα του alemtuzumab. Οι πιο συχνές λοιμώξεις ήταν λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού και του ουροποιητικού συστήματος, δερματικές μυκητιασικές λοιμώξεις και έρπης της στοματικής κοιλότητας.

Σοβαρές λοιμώξεις παρουσιάσθηκαν στο 3,7% της ομάδας του alemtuzumab και στο 1,5% της ομάδας της ιντερφερόνης βήτα-1α. Οι λοιμώξεις ήταν κατά κύριο λόγο ήπιας έως μέτριας βαρύτητας και καμία δεν ήταν θανατηφόρα.

Στη μελέτη, 15,9% των ασθενών που έλαβαν alemtuzumab και 5,0% των ασθενών που έλαβαν υψηλή δόση υποδόριας ιντερφερόνης βήτα-1α, ανέπτυξαν αυτοάνοση θυρεοειδίτιδα και 0,9% των ασθενών που έλαβαν alemtuzumab ανέπτυξαν αυτοάνοση θρομβοπενία (ITP) στη διάρκεια των δύο ετών που διήρκησε η μελέτη. Τα περιστατικά αυτά εντοπίσθηκαν νωρίς μέσω ενός προγράμματος τακτικής παρακολούθησης και αντιμετωπίστηκαν με τις καθιερωμένες θεραπείες. Η τακτική παρακολούθηση των ασθενών για ITP και θυρεοειδικές ή νεφρικές διαταραχές περιλαμβάνεται σε όλες τις υποστηριζόμενες από την Genzyme κλινικές μελέτες του alemtuzumab στην MS. Όλα τα δεδομένα που αναφέρθηκαν παραπάνω προέρχονται από ασθενείς της μελέτης που έλαβαν alemtuzumab 12 mg ή υποδόρια ιντερφερόνη βήτα-1α 44 mcg.

Το alemtuzumab είναι ένα μονοκλωνικό αντίσωμα που στοχεύει εκλεκτικά την πρωτεΐνη CD52, η οποία εκφράζεται σε υψηλά επίπεδα στα Τ- και Β-λεμφοκύτταρα. Η θεραπεία με alemtuzumab οδηγεί στη μείωση των κυκλοφορούντων Τ- και Β-κυττάρων, τα οποία θεωρείται ότι ευθύνονται για την καταστροφική φλεγμονώδη διεργασία που λαμβάνει χώρα στην MS. Το alemtuzumab έχει ελάχιστη επίδραση σε άλλα κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος. Η οξεία αντιφλεγμονώδης δράση του alemtuzumab ακολουθείται άμεσα από την έναρξη ενός διακριτού προτύπου επαναποικισμού Τ- και Β-κυττάρων που συνεχίζεται στην πορεία του χρόνου, επαναφέροντας την ισορροπία του ανοσοποιητικού συστήματος με τρόπο που δυνητικά μειώνει την ενεργότητα της νόσου.

Η εταιρεία έχει προγραμματίσει να υποβάλει αίτηση έγκρισης του alemtuzumab στις ΗΠΑ και την ΕΕ για τη θεραπεία της υποτροπιάζουσας MS εντός του δεύτερου τριμήνου του 2012. Καθώς δεν έχει ακόμα εγκριθεί για τη θεραπεία της πολλαπλής σκλήρυνσης, το alemtuzumab δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με MS εκτός του πλαισίου μίας επίσημης, ελεγχόμενης κλινικής μελέτης στην οποία υπάρχουν όλα τα απαραίτητα μέτρα τακτικής παρακολούθησης των ασθενών.

Διαβάστε ακόμη...

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.