Οι ψυχιατρικές παρεμβάσεις που απαιτούνται στη θεραπεία σοβαρών ασθενειών

Ολο και περισσότεροι πάσχοντες θέλουν να γνωρίζουν τη διάγνωση και να συμμετέχουν στην απόφαση για την επιλογή της θεραπείας τους, αλλά και οι γιατροί αισθάνονται καλύτερα όταν επιμερίζεται η ευθύνη της απόφασης


Παρέμβαση του Κώστα Ι. Αλε­ξανδρό­πουλου, Συντονιστής διευθυντής Ψυχιατρικής Κλινικής στον ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟ, πρόεδρος της Ενωσης Επαγγελματιών Ψυχιάτρων Ελλάδας

Ο πρωταρχικός στόχος κάθε ανθρώπου που πάσχει από κάποια νεοπλασία είναι η συνέχιση της ζωής του, χωρίς περιστολή των δραστηριοτήτων και των λειτουργιών του, με την καλύτερη δυνατή ποιότητα.Για την επιτυχία του στόχου αυτού απαιτείται εξατομικευμένη, πολύπλευρη προσπάθεια από τη θεραπευτική ογκολογική ομάδα που θα τον υποστηρίξει από την ημέρα της διάγνωσης και κατόπιν. Η ομάδα αυτή είναι επαρκής μόνο όταν είναι ικανή να αντιμετωπίσει το σύνολο των σωματικών και ψυχολογικών αναγκών του ασθενούς.

Για να έχει επιτυχία η προσπάθεια, πρέπει να τεθούν οι σωστές βάσεις και να ληφθεί υπόψη ότι η διάγνωση, η πρόγνωση και το είδος της ακολουθούμενης θεραπείας θα μεταβάλουν τον τρόπο ζωής των συγκεκριμένων συνανθρώπων μας οι οποίοι αποτελούν ένα σημαντικό τμήμα της κοινωνίας.

Η θεραπευτική αντιμετώπιση των νεοπλασιών απαιτεί επαναλαμβανόμενη και μακράς διάρκειας, επώδυνη ενδονοσοκομειακή νοσηλεία του πάσχοντος, ο οποίος μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο υποχρεώνεται, συνήθως, να συνεχίσει με συνέπεια, ένα πρόγραμμα τακτικής εξωνοσοκομειακής παρακολούθησης και θεραπείας.

Αυτή η προοπτική και η προσπάθεια επιμήκυνσης της απόστασης από τον θάνατο μεταβάλλει την ψυχολογική διάθεση των ασθενών και τη σχέση τους με τον γιατρό. Ολο και περισσότεροι είναι οι πάσχοντες που θέλουν να γνωρίζουν τη διάγνωση και να συμμετέχουν στην απόφαση για την επιλογή της θεραπείας τους. Από την πλευρά τους, οι γιατροί αισθάνονται και αυτοί καλύτερα όταν επιμερίζεται η ευθύνη της απόφασης για τις θεραπευτικές εξελίξεις και στους ασθενείς.

Οι ψυχοπαθολογικές εκδηλώσεις μπορεί να προκληθούν: Από αυτή την ίδια τη νόσο, από τις θεραπευτικές παρεμβάσεις ακόμη και μετά την πλήρη ίαση, και από την ανάμνηση της τραυματικής εμπειρίας από τη διαδρομή της νόσου.

Τα βασικά συμπτώματα που δίδουν την κλινική εικόνα είναι συγκεκριμένα και συνιστούν τη λεγόμενη «κλασική εξάδα» των συμπτωμάτων η οποία είναι η ίδια σε όλα τα γεωγραφικά πλάτη και μήκη του κόσμου και είναι: η αίσθηση της απειλής του θανάτου, οι μεγάλες ανάγκες εξάρτησης, η παραμόρφωση, η ανικανότητα, η διάσπαση – διάλυση, η μεγάλη ταλαιπωρία που στιγματίζει ψυχικά ακόμη και αυτούς που ιώνται και, ευτυχώς, είναι τώρα πια πολλοί. Σε περίπτωση ίασης, ακολουθεί η επίσης ψυχολογικά περιπλεγμένη διαδικασία της απεμπλοκής από την περιπέτεια της νόσου.

Ανεξάρτητα από την εντόπιση της θέσης του καρκίνου, οι συχνότερες ψυχιατρικές διαταραχές που παρουσιάζονται είναι: ο φόβος του θανάτου, ο φόβος στις επώδυνες θεραπευτικές παρεμβάσεις, η εμμονή για πιθανή μεταβολή της σωματικής εικόνας, η έντονη ανησυχία για την απώλεια των μαλλιών της κεφαλής, η σεξουαλική δυσλειτουργία, η μείωση μέχρι και εξάλειψη των κοινωνικών σχέσεων λόγω των μακρών νοσηλειών, το άγχος, η κατάθλιψη και κάποτε το παραλήρημα.

Το άγχος παρουσιάζεται πολύ συχνά είτε σε οξεία είτε σε χρόνια μορφή και ο κάθε ασθενής το διαχειρίζεται ανάλογα με τις ατομικές του ιδιαιτερότητες, την προσωπικότητά του, τις πολιτισμικές και θρησκευτικές αντιλήψεις του, την παρουσία προσώπων που τον φροντίζουν και τον ενισχύουν και τον βαθμό της προσαρμογής του.

Οξύ άγχος εκδηλώνεται συνήθως την περίοδο αναμονής της διάγνωσης, πριν από οδυνηρές επεμβάσεις, πριν από σημαντικές θεραπείες, μετά την ανακοίνωση κάποιας υποτροπής και κατά τις σημαντικές για τον ασθενή επετείους, ενώ παρατηρείται και ως επαναλαμβανόμενη κατάσταση γενικευμένης αγχώδους διαταραχής ή ως φοβική διαταραχή.

Πρόκειται για φοβία που σχετίζεται με διάφορες διαγνωστικές και θεραπευτικές τεχνικές όπως είναι η μαγνητική τομογραφία, στην οποία αρκετοί ασθενείς αντιδρούν με οξεία κλειστοφοβία, άλλοι παρουσιάζουν φοβία στα τσιμπήματα της βελόνας.

Αγχος και πόνος.
Ορισμένες φορές, παρουσιάζονται κρίσεις πανικού, συνήθως, σε στιγμές μεγάλης έντασης στη διάρκεια κάποιας θεραπείας. Οι ψυχίατροι γνωρίζουν ότι δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις που το άγχος προκαλείται από ιατρογενή αίτια όπως είναι οι πόνοι, η υποξαιμία, οι μεταβολικές διαταραχές, το στερητικό σύνδρομο, ή η χορήγηση στεροειδών και αντιψυχωσικών φαρμάκων.

Παράλληλα ή και ανεξαρτήτως άγχους, η κατάθλιψη είναι συχνή στους πάσχοντες από χρόνιες νεοπλασματικές νόσους. Εάν η συμπτωματολογία είναι έντονη και επιμένει, είναι πιθανό ότι έχει εγκατασταθεί καταθλιπτική νόσος η οποία χρήζει νοσηλείας.

Στην περίπτωση αυτή διερευνάται αν η κατάθλιψη είναι αποτέλεσμα συναισθηματικής φόρτισης, η οποία σχετίζεται με την ογκολογική νόσο ή αν είναι αποτέλεσμα της ακολουθούμενης θεραπευτικής μεθόδου ή ίσως ενέχονται και οι δύο προαναφερθείσες καταστάσεις. Πρέπει, επίσης, να ελέγχεται η πιθανή σχέση με φάρμακα από αυτά που χορηγούνται για τη νόσο όπως είναι τα στεροειδή, η ιντερφερόνη ή άλλος χημειοθεραπευτικός παράγοντας. Σε κάθε περίπτωση η τεκμηρίωση της κατάθλιψης γίνεται μόνο εφόσον διαπιστωθεί η παρουσία σοβαρών καταθλιπτικών συμπτωμάτων όπως η δυσθυμική διάθεση, η απώλεια της αυτοπεποίθησης, απαισιοδοξία και απόγνωση, αισθήματα ενοχής, συχνές σκέψεις θανάτου, ιδέες αυτοκτονίας, εύκολα κλάματα και επιβαρημένο οικογενειακό ιστορικό.

Σύμφωνα με τη σύγχρονη ιατρική θεραπευτική, οι ψυχολογικές συνέπειες επιδεινώνουν την έκβαση μιας σοβαρής σωματικής νόσου είτε διότι παρατείνουν την αποκατάσταση είτε διότι συντελούν στην υποτροπή και επανεμφάνιση των συμπτωμάτων και με αυτό τον τρόπο επηρεάζουν αρνητικά την έκβασή της.

Η ψυχιατρική παρέμβαση είναι πολύτιμη αφού θα συμβάλει στον έλεγχο και θεραπεία των ψυχοπαθολογικών εκδηλώσεων του ασθενούς, την ελαχιστοποίηση του φόβου και της αγωνίας του και την καλύτερη προσαρμογή του στη νέα του ζωή.

Η εξέλιξη των χημειοθεραπειών και των αντιβιοτικών νέας γενιάς είναι διαρκής γι’ αυτό η συνεργασία των ψυχιάτρων με τους ογκολόγους οι οποίοι παρακολουθούν λεπτομερώς τις εξελίξεις στα φάρμακα αυτά, πρέπει να είναι στενή, γιατί ο κοινός στόχος είναι να ζήσει ο ασθενής για μεγάλο χρονικό διάστημα «όπως πρώτα».

Διαβάστε ακόμη...