Δ. Γιαννακόπουλος στο Φόρουμ των Δελφών: Ισχυρή φαρμακοβιομηχανία σημαίνει καλύτερη υγεία για τους πολίτες

«Ισχυρή φαρμακοβιομηχανία, σημαίνει καλύτερη υγεία για τους πολίτες» υπογράμμισε ο Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της ΒΙΑΝΕΞ, Δημήτρης Γιαννακόπουλος, στο πλαίσιο συζήτησης για το ελληνικό φάρμακο στο 8ο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών. Παράλληλα ζήτησε, να απλουστευθεί το θεσμικό πλαίσιο, να υπάρξουν ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία και να επανεξεταστεί η τιμολογιακή πολιτική.

Ο πρόεδρος της μεγαλύτερης ελληνικής φαρμακοβιομηχανίας κ. Γιαννακόπουλος υπογράμμισε ότι «το επενδυτικό πρόγραμμα της ΒΙΑΝΕΞ είναι διαχρονικό και δεν εξαρτάται από τα κίνητρα που δίνει η Πολιτεία. Η εταιρεία απασχολεί 1359 εργαζόμενους και το χαρτοφυλάκιό της περιλαμβάνει όλες τις φαρμακευτικές κατηγορίες. Τα τέσσερα εργοστάσια εμπλουτίζονται με νέες επενδύσεις και με γεωγραφική επέκταση.

Αναλυτικά ο κ. Γιαννακόπουλος είπε ότι «Σκοπός μας είναι να ξεπεράσουμε τα σύνορα της Ελλάδας, έχοντας εδραιωθεί ως η κορυφαία ελληνική φαρμακοβιομηχανία, στόχος είναι να γίνουμε η μεγαλύτερη εταιρεία Υγείας στα Βαλκάνια. Και λέω Υγείας, γιατί επεκτεινόμαστε πέρα από το φάρμακο. Ετοιμάζουμε επενδύσεις τόσο για τη γεωγραφική μας επέκταση όσο και σε παρεμφερείς τομείς δραστηριότητας, όπως τα καλλυντικά, OTC, medical devices».

Ανέδειξε που οφείλονται οι επιτυχίες του ομίλου: «στο γεγονός ότι ακολουθούμε πιστά τα βήματα και τις αρχές του ιδρυτή της ΒΙΑΝΕΞ, Παύλου Γιαννακόπουλου. Και φυσικά στη σκληρή δουλειά όλων, διοίκησης και εργαζόμενων. Το 70% του portfolio αποτελείται από πρωτότυπα σκευάσματα, όπου ο όμιλος κατέχει το μεγαλύτερο μερίδιο της αγοράς με 11,1%. Όμοια, στην κατηγορία των Μη Συνταγογραφούμενων σκευασμάτων, κατέχουμε την πρώτη θέση με μερίδιο αγοράς στο 9,2%».

Παράλληλα, αναφέρθηκε στη περίοδο την πανδημίας: «ο όμιλος διασφάλισε την απρόσκοπτη πρόσβαση στα σοβαρά φάρμακα, που πραγματικά είχε ανάγκη ο κόσμος, για την αντιμετώπιση της COVID-19, όπως κορτιζόνη, ηπαρίνες και αντιβιοτικά. Η ΒΙΑΝΕΞ είναι η μοναδική εταιρεία που παράγει ενέσιμα ογκολογικά σκευάσματα στην Ελλάδα».

Στη συνέχεια ο κ. Γιαννακόπουλος τόνισε πως «ολοκληρώσαμε από τους πρώτους το project της ιχνηλατοποίησης με ίδιους πόρους, τηρώντας μάλιστα τα ευρωπαϊκά χρονοδιαγράμματα. Το επενδυτικό μας πρόγραμμα είναι διαχρονικό, ώστε να είμαστε πάντα πρωτοπόροι και δεν εξαρτάται από τα εκάστοτε κίνητρα που δίνονται από την Πολιτεία, είτε είναι αναπτυξιακοί νόμοι, είτε τώρα ο συμψηφισμός με το clawback, τα οποία βεβαίως θεωρούμε θετικά».

Παράλληλα έκανε γνωστό, ότι μέσα στο 2023, θα ολοκληρωθεί το project για τη δημιουργία Ερευνητικού Κέντρου στη Βιομηχανική Ζώνη Πατρών, για την ανάπτυξη νέων φαρμακευτικών προϊόντων.

Μιλώντας για το brain drain, επισήμανε πως «χρειάζεται αύξηση καλά αμειβόμενων θέσεων εργασίας, προώθηση της έρευνας και της καινοτομίας και σύνδεση των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων με τη φαρμακοβιομηχανία. Το αντίδοτο είναι η ανάπτυξη και οι επενδύσεις των ελληνικών επιχειρήσεων, που στηρίζουν το ΑΕΠ και τις θέσεις εργασίας, υφιστάμενες και καινούριες».

Για τη ΒΙΑΝΕΞ, η εξωστρέφεια αποτελεί στρατηγική επιλογή εδώ και δεκαετίες. «Σήμερα έχει παρουσία σε 114 χώρες, ενώ μιλώντας για τις συνθήκες εργασίες στον όμιλο, τόνισε πως: «Ο όμιλος ΒΙΑΝΕΞ απασχολεί 1.359 εργαζόμενους, πλήρους απασχόλησης και όχι με συμβάσεις Σαββατοκύριακου όπως κάνουν άλλες εταιρείες. Το 43% είναι γυναίκες και το 57% άνδρες. Μεγάλη μερίδα των εργαζομένων μας είναι απόφοιτοι ανώτατης εκπαίδευσης και υψηλής εξειδίκευσης.

Το 25% των νέων προσλήψεων αφορά νέους ανθρώπους που μπαίνουν για πρώτη φορά στην αγορά εργασίας. Δημιουργούμε, δηλαδή, θέσεις για νέους επιστήμονες από τα πανεπιστήμια της χώρας, το επίπεδο των οποίων είναι πολύ υψηλό. Η ΒΙΑΝΕΞ συγκαταλέγεται στους δέκα πιο ελκυστικούς εργοδότες για το 2021 και το 2022, σύμφωνα με τη Randstad» σημείωσε.

Αναφερόμενος στην πανδημία, είπε πως: «το 90% της ενέσιμης δεξαμεθαζόνης διατίθεται από τη ΒΙΑΝΕΞ. Ευρωπαϊκές χώρες αντιμετώπιζαν ελλείψεις και δεν είχαν εγχώρια παραγωγή μας ζητούσαν να αγοράσουν σε 4πλάσια τιμή. Όμως, εμείς επιμείναμε στο να διασφαλίσουμε την επάρκεια των νοσοκομείων μας, παρά το γεγονός ότι διαθέσαμε το σκεύασμα σε πολύ χαμηλή τιμή και πληρώσαμε και σχεδόν 60% clawback».

 

Διαβάστε ακόμη...