Τα περιττά κιλά συμβάλλουν στη μακροζωία

 
Περισσότερο από αυτούς που έχουν φυσιολογικό σωματικό βάρος ζουν οι άνθρωποι με περιττά κιλά.

Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει από το συνδυασμό αναλύσεων 97 κλινικών μελετών που είχαν γίνει στο παρελθόν σε ΗΠΑ, Καναδά, Ευρώπη, Αυστραλία, Κίνα, Ταϊβάν, Ιαπωνία, Βραζιλία, Ισραήλ, Ινδία και Μεξικό και στις οποίες είχαν συμμετάσχει περίπου 2,88 εκατομμύρια εθελοντές απ’ όλο τον κόσμο.


Περισσότεροι από 270.000 εθελοντές είχαν πεθάνει έως την ολοκλήρωση της εκάστοτε μελέτης στην οποία συμμετείχαν και έτσι οι ερευνητές μπόρεσαν να συγκρίνουν τις επιδράσεις του σωματικού βάρους στις πιθανότητες θανάτου.
Η ανάλυση που δημοσιεύεται στην «Επιθεώρηση της Αμερικανικής Ιατρικής Εταιρείας» κατέληξε στο συμπέρασμα πως όσοι έχουν Δείκτη Μάζας Σώματος από 25 έως 29,9 ζουν περισσότερο απ’ όλους.
Στην πραγματικότητα, οι υπέρβαροι εθελοντές είχαν κατά 6% χαμηλότερο κίνδυνο θανάτου έναντι όσων είχαν φυσιολογικό σωματικό βάρος.
Αντίστοιχα, όσοι είχαν χαμηλού βαθμού παχυσαρκία διέτρεχαν κατά 5% μικρότερο κίνδυνο θανάτου, ενώ αντιθέτως οι πολύ παχύσαρκοι και οι πάσχοντες από νοσογόνο παχυσαρκία είχαν κατά μέσον όρο 18% αυξημένο κίνδυνο θανάτου.
Χαμηλού βαθμού παχυσαρκία έχουν τα άτομα με ΔΜΣ από 30 έως 34,9 και νοσογόνο παχυσαρκία όσοι έχουν ΔΜΣ άνω του 35.
Φυσιολογικό βάρος έχουν τα άτομα με ΔΜΣ από 18,5 έως 24,9.
Αν και δεν έχει ακόμα εξακριβωθεί που οφείλεται το γεγονός ότι τα παραπανίσια κιλά αποτελούν ασπίδα για την υγεία, οι ειδικοί δεν αποκλείουν το περιττό σωματικό λίπος να ασκεί καρδιοπροστατευτική δράση, καθώς και να μας βοηθάει να αντιμετωπίζουμε καλύτερα την απώλεια βάρους που μπορεί να επιφέρουν προβλήματα, όπως οι σοβαροί τραυματισμοί, οι χειρουργικές επεμβάσεις που απαιτούν μακρά νοσηλεία, αλλά και πάρα πολλά νοσήματα, όπως ο καρκίνος.
Μία άλλη πιθανή εξήγηση είναι πως όσοι διαθέτουν περιττά κιλά έχουν περισσότερο το νου τους μη τυχόν παρουσιάσουν κάποιο ύποπτο σύμπτωμα εξαιτίας του βάρους τους, με αποτέλεσμα να απευθύνονται εγκαίρως στους γιατρούς.
Τη νέα μελέτη πραγματοποίησε ομάδα επιστημόνων με επικεφαλής την δρα Κάθριν Μ. Φλίγκαλ από το Εθνικό Κέντρο Στατιστικών Υγείας των Κέντρων Ελέγχου & Προλήψεως Ασθενειών (CDC) των ΗΠΑ.

Διαβάστε ακόμη...