Η Novartis παρουσιάζει τα νέα επιστημονικά δεδομένα για τη σεκουκινουμάμπη στο EULAR 2016

rthy5ru6ji6ujku6jyujh5ryuh.jpg

Η Novartis ανακοίνωσε ότι παρουσίασε 33 επιστημονικές περιλήψεις στο ετήσιο ευρωπαϊκό συνέδριο Ρευματολογίας (EULAR 2016) στο Λονδίνο, του Ηνωμένου Βασιλείου.

Σε αυτές συμπεριλαμβάνονται νέες μακροπρόθεσμες αναλύσεις που δείχνουν ότι η σεκουκινουμάμπη μπορεί να οδηγήσει σε υψηλότερες ανταποκρίσεις από ότι η αδαλιμουμάμπη στη βελτίωση των σημείων και συμπτωμάτων των ανθρώπων που ζουν με αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα (AΣ) και ψωριασική αρθρίτιδα (ΨΑ) σε 52 εβδομάδες.

Οι αναλύσεις αυτές είναι από δύο μελέτες με τη χρήση της μεθόδου ανάλυσης Αντιστοίχισης-Προσαρμοσμένης Έμμεσης Σύγκρισης  Matching – Adjusted Indirect Comparisons (MAIC). Η MAIC είναι μια έγκυρη και αποδεκτή μέθοδος για την έρευνα συγκριτικής αποτελεσματικότητας.

Για να συγκριθεί απευθείας η σεκουκινουμάμπη έναντι της αδαλιμουμάμπης, η Novartis σχεδιάζει να ξεκινήσει νέες συγκριτικές μελέτες (head-to-head) σε ασθενείς με ΑΣ και ΨΑ. Αυτές θα είναι οι πρώτες μακροχρόνιες μελέτες άμεσης σύγκρισης επαρκούς ισχύος με βιολογικά φάρμακα για να διαφοροποιήσουν την αποτελεσματικότητα της θεραπείας σε αυτές τις συνθήκες.

«Υπάρχει επείγουσα ανάγκη για νέες θεραπείες της για την αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα και την ψωριασική αρθρίτιδα, λόγω του ότι ένας σημαντικός αριθμός ασθενών δεν ανταποκρίνεται καλά στην αντι-TNF θεραπεία, που είναι το τρέχον πρότυπο περίθαλψης», δήλωσε ο Vasant Narasimhan, Global Head, Drug Development and Chief Medical Officer, της Novartis.

«Υπάρχει ένας αυξανόμενος όγκος δεδομένων που υποστηρίζει τη δυνατότητα της σεκουκινουμάμπης να καθιερωθεί ως το νέο πρότυπο περίθαλψης των ασθενών που ζουν με αυτά τα εξουθενωτικά νοσήματα».

Επίσης, στο ετήσιο Ευρωπαϊκό Συνέδριο Ρευματολογίας (EULAR 2016), παρουσιάστηκαν δεδομένα δύο ετών, που δείχνουν ότι έως και το 80% των ασθενών με ΑΣ που έλαβαν σεκουκινουμάμπη δεν είχε καμία ακτινολογική εξέλιξη στη σπονδυλική στήλη στην αξιολόγηση ακτινογραφίας. Ένα παρόμοιο ποσοστό των ασθενών με ΨΑ (84%), οι οποίοι έλαβαν σεκουκινουμάμπη για δύο χρόνια, δεν είχαν επίσης καμία ένδειξη ακτινολογικής εξέλιξης.

Περισσότεροι από 9.600 ασθενείς έχουν λάβει θεραπεία με σεκουκινουμάμπη σε κλινικές δοκιμές για πολλαπλές ενδείξεις, και πάνω από 20.000 ασθενείς με ψωρίαση έχουν ήδη λάβει θεραπεία  μετά την κυκλοφορία του. Το προφίλ ασφαλείας της σεκουκινουμάμπης φάνηκε να είναι συνεπές με εκείνο που παρατηρήθηκε σε κλινικές δοκιμές σε όλο το φάσμα των ενδείξεων.

Σχετικά με την ανάλυση MAIC και τους περιορισμούς αυτών των μελετών

Ενώ η ανάλυση MAIC έχει διεξαχθεί χρησιμοποιώντας δεδομένα από τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές, υπάρχουν περιορισμοί σε αυτές τις αναλύσεις που οφείλονται σε διαφορές στο σχεδιασμό των μελετών και στο μειωμένο ουσιαστικό μέγεθος δείγματος για τη σεκουκινουμάμπη. Επιπλέον, έχουν χρησιμοποιηθεί  μόνο τα δημοσιευμένα δεδομένα της αδαλιμουμάμπης.

Αυτό επηρεάζει τη διαθεσιμότητα των συγκριτικών στοιχείων και την αντιστοίχιση του πληθυσμού των ασθενών σε αυτές τις μελέτες. Περαιτέρω τεχνικές λεπτομέρειες σχετικά με την ανάλυση MAIC είναι διαθέσιμες στις επιστημονικές περιλήψεις που παρουσιάστηκαν στο EULAR 2016.

Σχετικά με τη σεκουκινουμάμπη και την ιντερλευκίνη-17A (IL-17Α)

Η σεκουκινουμάμπη είναι ένα πλήρως ανθρώπινο μονοκλωνικό αντίσωμα που εξουδετερώνει επιλεκτικά την κυκλοφορούσα IL-17A. Τα ερευνητικά δεδομένα υποδηλώνουν ότι η IL-17A μπορεί να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην ενεργοποίηση της ανοσιακής αντίδρασης του οργανισμού  στην ψωρίαση, την ΨΑ και την ΑΣ.

Συνολικά, η σεκουκινουμάμπη είναι εγκεκριμένη σε περισσότερες από 50 χώρες για τη θεραπευτική αντιμετώπιση της μέτριας ως σοβαρής ψωρίασης κατά πλάκας και σε αυτές περιλαμβάνονται οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Ιαπωνία, η Ελβετία, η Αυστραλία, οι Ηνωμένες Πολιτείες και ο Καναδάς.

Στην Ευρώπη, η σεκουκινουμάμπη έχει εγκριθεί  ως πρώτης γραμμής συστηματική θεραπεία για τηναντιμετώπιση της μέτριας ως σοβαρής ψωρίασης κατά πλάκας σε ενήλικους ασθενείς.

Επιπλέον, η σεκουκινουμάμπη είναι ο πρώτος αναστολέας IL-17Α με θετικά αποτελέσματα Φάσης III για τη θεραπεία της ενεργού ΨΑ και ΑΣ και τώρα έχει εγκριθεί στην Ευρώπη, στις ΗΠΑ και σε άλλες χώρες για  αυτά τα νοσήματα.

Σχετικά με την Αγκυλοποιητική Σπονδυλίτιδα (AS)

Η ΑΣ ανήκει στην οικογένεια των χρόνιων φλεγμονωδών νόσων που περιλαμβάνει επίσης την ΨΑ. Η νόσος οδηγεί σε σοβαρή  ελάττωση της κίνησης στη σπονδυλική στήλη και τη σωματική λειτουργία, η οποία έχει αντίκτυπο στην ποιότητα ζωής.

Οι άνθρωποι που επηρεάζονται συχνότερα είναι κυρίως άντρες, κατά τη διάρκεια της εφηβικής ηλικίας και στα είκοσι τους. Τα μέλη της οικογένειας των ατόμων με ΑΣ παρουσιάζουν υψηλό κίνδυνο εμφάνισης της νόσου.

Οι βελτιώσεις στα συμπτώματα της ΑΣ μετριούνται από τα κριτήρια ανταπόκρισης ASAS (ASAS20), τα οποία ορίζονται ως βελτίωση τουλάχιστον 20% και απόλυτη βελτίωση τουλάχιστον 10 μονάδες σε 0-100mm κλίμακα σε τουλάχιστον τρία από τα ακόλουθα κριτήρια: τη βελτίωση της ευκαμψίας, τον βαθμό πόνου κατά τη διάρκεια της νύχτας, την ικανότητα να εκτελέσει συγκεκριμένες εργασίες, την πρωινή δυσκαμψία, και την μη περαιτέρω επιδείνωση της κατάστασης.

Το ποσοστό των ασθενών που πέτυχαν  ανταπόκριση ASAS20 είναι ένας αποδεκτός τρόπος μέτρησης της αποτελεσματικότητας των θεραπειών της ΑΣ.

Σχετικά με την ψωριασική αρθρίτιδα

Η ΨΑ ανήκει στην οικογένεια των χρόνιων φλεγμονωδών νόσων που περιλαμβάνει επίσης την ΑΣ. Είναι, επίσης, στενά συνδεδεμένη με την ψωρίαση. Περίπου το 30% των ασθενών με ψωρίαση έχουν ΨΑ και έως και ένα στα τέσσερα άτομα με ψωρίαση μπορεί να έχει αδιάγνωστη ΨΑ.

Τα συμπτώματα της ΨΑ περιλαμβάνουν πόνο στις αρθρώσεις και δυσκαμψία, ψωρίαση του δέρματος και των ονύχων, πρησμένα δάχτυλα ποδιών και χεριών, επίμονο επώδυνο πρήξιμο των τενόντων, και μη αναστρέψιμη αρθρική βλάβη. Έως 40% των ασθενών με ΨΑ μπορεί να παρουσιάζουν αρθρική βλάβη και μόνιμη σωματική παραμόρφωση20.

Οι βελτιώσεις στα συμπτώματα της ΨΑ μετριούνται από τα κριτήρια ανταπόκρισης ACR, τα οποία έχουν τρία επίπεδα – ACR20, 50, 70. Με το ACR20 υπάρχει μια βελτίωση 20% ή μεγαλύτερη στα ακόλουθα κριτήρια: μείωση του αριθμού των ευαίσθητων αρθρώσεων, μείωση του αριθμού των διογκωμένων αρθρώσεων και μείωση στα τρία από τα πέντε πρόσθετα κριτήρια, που είναι η εκτίμηση του ασθενούς για τον πόνο ή/και την αξιολόγηση του ασθενούς  της ενεργότητας της νόσου, η εκτίμηση του γιατρού για την ενεργότητα της νόσου, τα επίπεδα ανικανότητας όπως μετρούνται από το Ερωτηματολόγιο Αξιολόγησης Υγείας του Stanford, και οι εργαστηριακές εξετάσεις που δείχνουν εάν η φλεγμονή είναι ενεργή.

Το ACR50 και ACR70 χρησιμοποιούν τα ίδια κριτήρια όπως το ACR20, αλλά αναζητούν ένα υψηλότερο ποσοστό βελτίωσης (50% και 70%) αντί του 20%.

Διαβάστε ακόμη...