Γιατί αποτυγχάνουν οι δίαιτες απώλειας βάρους;

Με τον όρο «λιγούρες» για φαγητό, εννοούμε την έντονη επιθυμία να καταναλώσουμε συγκεκριμένα φαγητά στα οποία είναι δύσκολο να αντισταθούμε.

Πρόκειται για ένα συχνό φαινόμενο που συμβαίνει στο 58% – 97% των ενηλίκων, σύμφωνα με μελέτη Αμερικανών ερευνητών.

Πιο συγκεκριμένα, τα άτομα που είχαν λιγούρες για φαγητό ανέφεραν 2 – 4 επεισόδια την εβδομάδα, τα οποία συνήθως κατέληγαν στην κατανάλωση λιχουδιών ή σε τσιμπολόγημα. Ακόμη, η έντονη επιθυμία για λιχουδιές υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά παρουσιάζεται αυξημένη σε παχύσαρκους ασθενείς, ενώ συνδέεται άμεσα με τον Δείκτη Μάζας Σώματος (BMI index), ανάμεσα σε ασθενείς με διαβήτη Τύπου 2.

Ένα από τα βασικά συμπεράσματα της μελέτης είναι ότι η έντονη επιθυμία για “απαγορευμένες” τροφές μπορεί να συμβάλλει στην αποτυχία μιας δίαιτας για απώλεια βάρους, τη στιγμή που, αυτή ακριβώς η επιθυμία, αναφέρθηκε από τους συμμετέχοντες στη μελέτη, ως η πιο συχνή αιτία διακοπής της δίαιτας για απώλεια βάρους. Κι αυτό διότι οι λιγούρες, όταν συνδυάζονται με επιθυμία για κατανάλωση συγκεκριμένων τροφών, συχνά θεωρούνται έκφραση πείνας, κυρίως στις γυναίκες.

Η κατανάλωση συγκεκριμένων φαγητών ικανοποιεί τις λιγούρες, ενώ η κατανάλωση οποιουδήποτε είδους φαγητού ικανοποιεί την πείνα. Σε κάποιες περιπτώσεις, παρατηρήθηκε μείωση στα επεισόδια λιγούρας, κατά τη διάρκεια της δίαιτας. Πιθανόν αυτό οφείλεται στη μείωση της πείνας. Η ισορροπημένη σύνθεση μιας δίαιτας σε μακροθρεπτικά συστατικά (δηλ. πρωτεΐνες-υδατάνθρακες-λιπαρά) φαίνεται ότι μπορεί να επηρεάσει θετικά την πείνα. Οι δίαιτες χαμηλών υδατανθράκων / υψηλής πρωτεΐνης έχουν ιδιότητες κορεσμού και βοηθούν τη βραχυπρόθεσμη απώλεια βάρους σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ ότι οι δίαιτες χαμηλών λιπαρών.

Οι προτιμήσεις μας σε συγκεκριμένες τροφές ίσως συνεισφέρουν στην αποτυχία να μείνουμε συνεπείς σε μια δίαιτα απώλειας βάρους. Η έκθεσή μας σε συγκεκριμένα τρόφιμα αυξάνει την όρεξη και η προτίμηση σε φαγητά με υψηλά λιπαρά (λιχουδιές) σχετίζεται τελικά με την πρόσληψη λίπους και την αύξηση του βάρους στους ενήλικες. Οι προτιμήσεις συγκεκριμένων τροφών σε παχύσαρκους άνδρες περιλαμβάνουν τροφές, όπως η πίτσα και οι τηγανητές πατάτες και σε παχύσαρκες γυναίκες τροφές, όπως γλυκά και ντόνατς. Δηλαδή, και τα δύο φύλα προτιμούν τροφές υψηλών θερμίδων που μπορούν να επηρεάσουν αρνητικά την προσπάθεια για απώλεια βάρους.

Στην πραγματικότητα, το πρόβλημα είναι ότι σε πολλούς ανθρώπους, το φαγητό ξεπερνά τις δυνάμεις τους.

Στον ανθρώπινο εγκέφαλο, υπάρχει το κέντρο ανταμοιβής: Ενώ έχουμε χορτάσει, έρχεται μια λιχουδιά που ξεπερνάει τις δυνάμεις μας. Στο κέντρο ανταμοιβής κάποιες διατροφικές συνήθειες γίνονται πιο «ισχυρές», όταν τρώμε συγκεκριμένα «ευχάριστα» φαγητά, που μας προσφέρουν μεγάλη ικανοποίηση, όπως τροφές που έχουν πολλές θερμίδες, λίπος, άμυλο, ζάχαρη και αλάτι. Όσο πιο τακτικά επαναλαμβάνονται αυτές οι συνήθειες, τόσο ο εγκέφαλος δυσκολεύεται να δώσει σήμα ότι χορτάσαμε. Κάπως έτσι, τα παχύσαρκα άτομα καταναλώνουν μεγάλες ποσότητες τροφής ψυχαναγκαστικά, ανεξάρτητα από το αίσθημα κορεσμού, πληρότητας ή απέχθειας προς το φαγητό που τρώνε.

Στο διαταραγμένο σύστημα ανταμοιβής στον εγκέφαλο επικεντρώνεται η σύγχρονη θεραπευτική στόχευση. Στην Ελλάδα, διατίθεται πλέον, από τη Valeant/PharmaSwiss Hellas, ένα καινοτόμο φαρμακευτικό σκεύασμα (χάπι), με κλινική εμπειρία από 1,5 εκατ. ανθρώπους στις ΗΠΑ. Το σκεύασμα αποτελεί μια από τις πιο σύγχρονες θεραπείες στο χρόνιο πρόβλημα της παχυσαρκίας, καθώς βοηθά στη μείωση της πείνας και της επιθυμίας για λιχουδιές που δε μπορούμε να αντισταθούμε. Το σκεύασμα περιέχει 2 δραστικές ουσίες: τη ναλτρεξόνη και τη βουπροπιόνη, οι οποίες δρουν συνδυαστικά στον εγκέφαλο και μπορούν να οδηγήσουν σε, έως και 4 φορές μεγαλύτερη απώλεια βάρους, ως συμπλήρωμα μιας δίαιτας μειωμένων θερμίδων και σωματικής άσκησης, σε σύγκριση με την απώλεια βάρους που επιτυγχάνεται μόνο με τη δίαιτα και άθληση. Το σκεύασμα διατίθεται μόνο με ιατρική συνταγή.

Διαβάστε ακόμη...